skip to Main Content

Michael Balint, Iστορική αναδρομή

Η ομάδα Balint αναπτύχθηκε πριν από 50 χρόνια από τον Michael Balint, ιατρό και ψυχαναλυτή.

Ο Mihály Moritz Bergmann γεννήθηκε στις 3 Δεκεμβρίου 1896 στη Βουδαπέστη, ο οποίος αργότερα άλλαξε το όνομά του σε Michael Balint. Oλοκλήρωσε τις ιατρικές σπουδές του το 1920 στη Βουδαπέστη. Μαζί με την σύζυγο του Alice Balint (Székely-Kovács) εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο όπου εργάστηκε στο βιοχημικό εργαστήριο του μεταγενέστερου βραβευμένου με Νόμπελ Otto Warburg. Η Alice εργαζόταν παράλληλα σε ένα μουσείο εθνολογίας.

Στο Βερολίνο έκανε το διδακτορικό του ενώ εργαζόταν με μερική απασχόληση στο Ινστιτούτο Ψυχανάλυσης του Βερολίνου. Στη Κλινική Charité του Βερολίνου ανέλαβε την Ψυχοσωματική θεραπεία ασθενών στους οποίους ασκούσε την ψυχανάλυση. Την κατάρτιση του σαν Ψυχοαναλυτής την ξεκίνησε στο Ψυχαναλυτικό Ινστιτούτο Hanns Sachs του Βερολίνου, όπου έκανε και τη δική του διδακτική ανάλυση.

Όταν το 1924 ολοκλήρωσε τη διδακτορική του εργασία στη Βιοχημεία στο Βερολίνο το 1924 και επέστρεψε με τη σύζυγο του στη Βουδαπέστη συνέχισε εκεί την ψυχαναλυτική εκπαίδευση στον Sandor Ferenczi, Ούγγρο ψυχαναλυτή, σημαντικό θεωρητικό της ψυχαναλυτικής σχολής και στενό συνεργάτη του Sigmund Freud.

Το 1926 έγινε πλήρες μέλος του Ψυχαναλυτικού Ινστιτούτου της Βουδαπέστης ενώ το 1929 δημοσίευσε μια εργασία για την ψυχανάλυση και την κλινική ιατρική, που τον έκανε έναν από τους πρωτοπόρους της ψυχοσωματικής ιατρικής. Οι πρώτες του διαλέξεις θα καλύπτουν θέματα όπως η «Αναλυτική ερμηνεία των γαστρικών συμπτωμάτων» ή «Περιπτώσεις από τα εξωτερικά ιατρεία γαστρεντερολογίας». Ορίστηκε διάδοχος του διευθυντή του Ferenczi στο Ψυχαναλυτικό Ινστιτούτο της Βουδαπέστης το 1935.

Στην αρχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, για την ακρίβεια το 1939 λόγω της πολιτικής κατάστασης στην Ουγγαρία, ο Balint μετανάστευσε με τη σύζυγο και τον γιο τους στη Μεγάλη Βρετανία, όπου εργάστηκε ως ψυχιατρικός σύμβουλος στο Northern Royal Hospital του Μάντσεστερ και σαν Διευθυντής δύο εκπαιδευτικών συμβουλευτικών κέντρων.

Την ίδια χρονιά η Alice, η οποία στο μεταξύ σαν ψυχοαναλύτρια είχε συνεισφέρει από την πλευρά της με σημαντικές δημοσιεύσεις στην Παιδοψυχιατρική, πέθανε ξαφνικά σε ηλικία 40 ετών.

Το 1945 ο Balint μαθαίνει για το θάνατο των γονέων του, οι οποίοι αυτοκτόνησαν όταν συνελήφθησαν από τους Ναζί.

Την ίδια χρονιά μεταφέρθηκε από το Μάντσεστερ στο Λονδίνο, όπου συνέχισε τις εργασίες του στην κλινική Tavistock με πρακτικούς γιατρούς σε ομάδες και εργάστηκε σαν βοηθός στην ψυχιατρική υπηρεσία του Πανεπιστημιακού Κολλεγίου του Λονδίνου. Εκεί γνώρισε και τη μελλοντική του σύζυγο του Enid Balint (Enid Flora Eichholz).

Το 1948, ο Balint ολοκλήρωσε το “Master of Science” στην Ψυχολογία με διατριβή με θέμα: «Ατομικές διαφορές συμπεριφοράς στην πρώιμη βρεφική ηλικία».

Το 1948, μαζί με τη δεύτερη σύζυγό του Enid Balint (Enid Flora Eichholz), δημιούργησε και εργάστηκε με ομάδες που απαρτίζονταν από κοινωνικούς λειτουργούς και ψυχολόγους και διοργάνωσε τα πρώτα σεμινάρια για τους κοινωνικούς λειτουργούς.

Το 1949 οργάνωσε και ξεκίνησε να εκπαιδεύει ομάδες ιατρών, αναπτύσσοντας μαζί με την Εnid την έννοια των λεγόμενων «ομάδων Balint».

Το 1950 ακολούθησαν τα σεμινάρια πρακτικών ιατρών. Έτσι ξεκίνησε μία συνεχόμενη ανάπτυξη της «μεθόδου Balint».

Μετά από 7 χρόνια έρευνας και εκπαίδευσης με ομάδες, δημοσίευσε τα αποτελέσματα στο βιβλίο του με τίτλο: «Ο ιατρός, ο ασθενής και η ασθένεια». Πρόκειται για ένα μοντέλο εποπτείας που βασίζεται στην ψυχαναλυτική προσέγγιση και απευθύνεται σε ιατρούς, νοσηλευτές, φυσιοθεραπευτές, αλλά και σε κοινωνικούς λειτουργούς και ψυχολόγους, δηλαδή, σε όσους εργάζονται στον τομέα της υγείας, αλλά και στον τομέα των ανθρωπίνων σχέσεων.

Το βιβλίο αυτό δημοσιεύθηκε το 1957 από την κλινική Tavistock, Λονδίνο, και βρήκε μεγάλη ανταπόκριση.

Το 1968 εξελέγη πρόεδρος της Βρετανικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας.

Οι ομάδες Balint διαδόθηκαν σε όλο τον κόσμο και αποτέλεσαν τη βάση μιας εντελώς νέας αλλά πολuπαραγωγικής έρευνας. Ο Balint ανέδειξε μία νέα οπτική γωνία γύρω από την σχέση γιατρού-ασθενούς με μία προσέγγιση που μέχρι τότε δεν είχε ληφθεί υπόψη από την ιατρική επιστήμη.

Με τη μέθοδο Balint τόνισε και πάλι στους γενικούς ιατρούς τη σημασία μιας ολικής προσέγγισης του ασθενούς, κάτι που χανόταν στην πορεία ολοένα και περισσότερο. «Σύμφωνα με τον Balint, η θεραπεία βασίζεται ή τουλάχιστον επηρεάζεται σημαντικά, και μόνο με μία ειδική/ιδιαίτερη σχέση μεταξύ του ασθενούς και του γιατρού του.

Ένας θεραπευτικός διάλογος μπορεί να τεθεί μόνο εάν ο γιατρός είναι σε θέση να λάβει τα μηνύματα που του απευθύνονται από τον ασθενή και να τα καταλάβει βήμα προς βήμα, όπως έλεγε ο Balint «σαν να έχουμε ένα τρίτο αυτί».

«Ίσως έτσι να μπορεί να διεισδύσει στην αληθινή φύση του άγχους ή της διαταραχής που εκφράζεται από τα σωματικά συμπτώματα και τις δυσκολίες διαφόρων ειδών. Έτσι, π.χ. στην αϋπνία, στη δυσπεψία, το βρογχικό άσθμα, οι ημικρανίες κλπ., αποκαλύπτονται σαν αποτέλεσμα πολλαπλών παραγόντων.

Σε μια τέτοια σχέση ιατρού-ασθενούς, οι συγκρούσεις μπορούν να κατανοηθούν και να αντιμετωπιστούν, όπως και οι όποιες δυσκολίες που «καταπιέζουν την καρδιά» ή «κόβουν την ανάσα» ή «βαραίνουν τους ώμους» ή «σταματάνε στον λαιμό» ή «χτυπάνε στο κεφάλι» κ.λπ. εκφραζόμενες, χωρίς οπωσδήποτε ο ασθενής να χρειαστεί Ψυχοθεραπεία, αλλά όπως ανέφερε ο Balint κατανοώντας τον και αντιμετωπίζοντας τον στο πλαίσιο μίας πρωτοβάθμιας Ψυχοσωματικής φροντίδας.

Στα αναφερόμενα περιστατικά ασθενών, ο Balint αναγνώριζε πόσο καλά γνώριζε ο γιατρός για τους ασθενείς του. Υπογράμμιζε εμφατικά τα παραγνωρισμένα γεγονότα, τις λεπτομέρειες που ήταν απαραίτητες για την κατανόηση του ασθενούς και της ασθένειάς του όπως οι σχέσεις με τους συζύγους και τα παιδιά, με ανώτερους, εργασία κ.λπ. Πάντα έβρισκε κενά στο ιατρικό ιστορικό που θα μπορούσαν να γεμίσουν από μια ενσυναισθηματική συζήτηση.

Αυτό δεν μπορεί να συμβεί πάντα στον περιορισμένο χρόνο διαβούλευσης, αλλά συχνά μόνο με μία μακρύτερη συνομιλία. Όσο δύσκολη και να είναι μια τέτοια συζήτηση για τον ασκούμενο την ημέρα που ξεχειλίζει το ιατρείο/γραφείο από δουλειά, θα αποδειχθεί στο τέλος πως μειώνεται σημαντικά ο συνολικός χρόνος θεραπείας.

O Michael Balint απεβίωσε στις 31. Δεκεμβρίου 1970 στο Λονδίνο σε ηλικία 74 ετών.

Πλέον η μέθοδος έχει εκτιμηθεί και εφαρμόζεται και σε πολλές χώρες και άλλα κοινωνικά επαγγέλματα, όπως σε κλινικούς ψυχολόγους, δασκάλους, κοινωνικούς λειτουργούς, νοσηλευτές, παιδαγωγούς κ.λπ. επωφελώντας την εργασία τους.

Έχει γίνει υποχρεωτική για την ειδικότητα της γενικής Παθολογίας και της Γυναικολογίας στην Γερμανία, ενώ συζητείται η υποχρεωτική παρακολούθηση της για όλες τις υπόλοιπες ειδικότητες στο πλαίσιο της «Πρωτοβάθμιας Ψυχοσωματικής Φροντίδας».

Μετά από 7 χρόνια έρευνας και εκπαίδευσης με ομάδες, ο Μichael Balint δημοσίευσε τα αποτελέσματα στο βιβλίο του με τίτλο: «Ο ιατρός, ο ασθενής και η ασθένεια”

1957, Λονδίνο

balint-book

Με τη μέθοδο Balint, ο Michael Balint τόνισε στους γενικούς ιατρούς τη σημασία μίας ολικής προσέγγισης του ασθενούς, κάτι που χανόταν στην πορεία ολοένα και περισσότερο. Σύμφωνα με τον Balint, η θεραπεία βασίζεται ή τουλάχιστον επηρεάζεται σημαντικά, από την ιδιαίτερη σχέση μεταξύ του γιατρού και του ασθενούς του.

Εγγραφείτε στο Newsletter μας
Back To Top